«Ας το πάρουν. Πάλι τα παίρνουμε απ’ αυτούς»
«Εκεί όμως που η λιτή αφήγηση του Κασομούλη παίρνει ένα χαρακτήρα αληθινά επικό, είναι η ώρα της Εξόδου. Ο χρονογράφος που τα έζησε όλα αυτά, που ξέρει πως έτσι απλά εχώρεσαν μέσα στην ζωή ενός ανθρώπου, δεν υψώνει καθόλου τον τόνο. Αλλά οι πράξεις έχουν μια τέτοια ανάταση, που κανένας λόγος δεν θα μπορούσε να συντονιστεί μαζί τους. Οι στρατηγοί που εξάντλησαν όλα τους τα τρόφιμα, που μοιράστηκαν με τους στρατιώτες τους το κρέας των σκύλων και των αλόγων τους, φοβούνται μήπως δεν εξετέλεσαν όλο το χρέος τους προς την πατρίδα. Και ζητούν την έγκριση του αντιπροσώπου της κυβερνήσεως για να εκτελέσουν την ηρωική τους απόφαση, και την ευχή του Δεσπότη. Και αυτοί οι δύο, που θα πεθάνουν μαρτυρικά όταν θα εκτελείται το μεγάλο σχέδιο, επευλογούν το έργο τους. Οι γυναίκες καλούν τους στρατιώτες να τους προσφέρουν καινούργιες φορεσιές, ό,τι καλό έχουν, για να μην το πάρουν οι εχθροί. Εκείνοι αρνούνται: “Ας το πάρουν. Πάλι τα παίρνουμε απ’ αυτούς”. Σε μια ατμόσφαιρα γάμου, πανηγυριού, όπως την χαρακτηρίζει ο εκδότης των Απομνημονευμάτων, ετοιμάζεται η λύση της τραγωδίας. Κι απάνω από την αφήγηση μιας από τις πιο μεγάλες στιγμές που έζησε η ανθρωπότης, γράφονται τα λόγια του Αγίου Ρωγών: “Μάρτυρας, κ’ εγώ των δεινών σας, θέλω ομολογήσει και εις τον Θεόν μετά θάνατον την αλήθειαν των δεινών σας και της αρετήν της φρουράς”. Λίγες ώρες αργότερα, η ψυχή του ανεβαίνει στον ουρανό, να μαρτυρήσει πως η Ελλάδα ξαναζούσε για την Πίστη και για την Ελευθερία».
Κ. Θ. Δημαράς. (2000). «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», στο: Σύμμεικτα, Α΄: Από την παιδεία στην λογοτεχνία. Αθήνα: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, σσ. 135-136.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου