Ο ΠΟΝΤΟΣ ΩΣ ΤΟΠΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ: Η περίπτωση του εκ Παρακοίλων Λέσβου εθνομάρτυρα Ευθύμιου Αγριτέλλη, Επισκόπου Πάφρας Πόντου

Επιμέλεια ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι.ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας που, για μεγάλες γεωγραφικές περιοχές της πατρίδας μας, δεν έληξε το 1821 αλλά το 1922 με τη Μικρασιατική Καταστροφή, διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στη διάσωση της πίστης και της γλώσσας του λαού μας. Παλαιότερα, ο αλησμόνητος συγγραφέας και δημοσιογράφος Κώστας Σαρδελής είχε κάνει μια σημαντική διαπίστωση, η οποία αφορούσε τον κλήρο και το ράσο. Στο γνωστό βιβλίο του Το Συναξάρι του Γένους, γράφει τα εξής αποκαλυπτικά: «Φοβάμαι πως δεν έχουμε καταλάβει ορισμένα φαινόμενα της νεοελληνικής μας ιστορίας. Θα ‘λεγα πιστεύω, ότι δεν έχουμε κατανοήσει σ’ όλο τους το βάθος μερικές κορυφαίες στιγμές του νεοελληνικού μας πολιτισμού […] Και δεν προσπαθήσαμε –αθάνατοι αγνώμονες- να στοχαστούμε μια μόνο στιγμούλα τι συμβολίζει για μας, ποια μεγαλεία κρύβει για μας το ράσο, η παράξενη αυτή σημαία της Ελληνορθόδοξης ιδέας. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’ (1834-1912), σε μια του φράση, θα δώσει στον Γάλλο δημοσιογράφο Deschamps τη φοβερή τούτη απάντηση: “Τι με θωρείτε, κύριε; Δεν βλέπετε ίσως το άσπρο ράσο του Ποντίφικος; Μα το προνόμιο του μαύρου ράσου το κατέχω μόνο εγώ. Φέρω το πένθος του Γένους μου”. Κι ο Γάλλος καλαμαράς αφού γέμισε τον χαρτοφύλακά του με ντροπή (λέξη που δεν θα την γνώριζε προφανώς), υποχρεώθηκε να κάμει κανονική μεταβολή και να φύγει»[1].


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ

Διασώζεται ότι το ράσο του Ευθυμίου Αγριτέλλη, για τον οποίο ολίγα τινά θα μοιραστώ μαζί σας, του «παπά – αντάρτη» όπως, επίσης, διασώζεται η πληροφορία πως το χαρακτήριζαν, ήταν διάτρητο από σφαίρες Τούρκων τσετών και τουρκολάζων, στην προσπάθειά τους να τον εξοντώσουν για το εθνικοθρησκευτικό έργο του σε περιοχές του Πόντου όπου άνθιζε ο Ελληνισμός.
Είναι πράγματι εκπληκτικό το γεγονός πως ένα ακριτικό χωριό της Λέσβου, όπως είναι τα Παράκοιλα, στον μακρύ σε ιστορικά γεγονότα 20ό αιώνα συνδέεται με τον μαρτυρικό Πόντο. Παρακάτω σε αδρές γραμμές περιγράφω τη δραστηριότητα του Ευθύμιου Αγριτέλλη σε περιοχές του Πόντου όπου κλήθηκε να προσφέρει πλούσιο εθνικό και εκκλησιαστικό έργο, γνωρίζοντας, βέβαια, ο ίδιος ότι ο Ελληνισμός εκεί περίμενε ένα άξιο εκκλησιαστικό ηγέτη για να το απαλλάξει από τους βασάνους των Τούρκων. Ομιλώ για Ελληνισμό, κι οφείλω εδώ να επισημάνω το εξής. Ο Ελληνισμός, όπου γης, πάντοτε είχε οικουμενικά χαρακτηριστικά. Και μιας μιλάμε για τον Ελληνισμό του Πόντου, αξίζει να αναφέρω πως ο Ελληνισμός του Πόντου και της ευρύτερη γεωγραφικής περιοχής της Ρωσίας έχει μακρά ιστορία η οποία αρχίζει από την αρχαιότητα. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι τον 19ο αιώνα, κυρίως με τους τρεις ρωσοτουρκικούς πολέμους, πραγματοποιήθηκε ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα. Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν πως σ’ αυτές τις μεταναστεύσεις μετακινήθηκαν γύρω στις 350.000 άνθρωποι, μόνο από τον Πόντο και που αυτά τα μεταναστευτικά ρεύματα συνεχίστηκαν κατά η διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε υπολογίζεται ότι εγκατέλειψαν τον Πόντο περίπου 135.000 άνθρωποι. Όλες αυτές οι μεταναστεύσεις ως αίτια είχαν τον εξαιρετικά δύσκολο βίο των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αποτέλεσμα ο αξέχαστος ιστορικός του Νέου Ελληνσιμού Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος να διερωτάται: «γιατί η μαύρη εκείνη νύχτα υπήρξε πραγματικά αξημέρωτη;»[2]
Μέσα σ’ αυτό το γεωπολιτικό περιβάλλον έδρασε ο Ευθύμιος Αγριτέλλης, όταν τον Ιούνιο του 1912, με το ιερατικό αξίωμα του πρεσβυτέρου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ζήλων και στις 6 Αυγούστου 1912 αφίχθη στην Αμισό, έδρα της Μητροπόλεως Αμασείας, αναλαμβάνοντας καθήκοντα βοηθού Επισκόπου του Μητροπολίτη Γερμανού Καραβαγγέλη, που κι αυτός καταγόταν από τη Λέσβο. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης τον ενημέρωσε για τα καθήκοντα, αλλά και για τον ευγενή και τιτάνιο αγώνα, στον οποίο είχε χρέος να επιδοθεί, για να επιτύχει το ποθούμενο αποτέλεσμα: τη διάσωση του Ελληνισμού. Σύμφωνα με τον Θωμά Αλεξιάδη που έχει συγγράψει μια ωραία μελέτη –υποστηρίχθηκε ως διδακτορική διατριβή στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης το 2012- για τον Ελληνισμό, την Εκκλησία και εθνικούς αγώνες της Πάφρας του Πόντου, η εκκλησιαστική επαρχία Αμασείας, είχε 392 κοινότητες, πληθυσμό 153.500 κατοίκους, 392 ναούς και 493 ιερείς. Για τον Ευθύμιο Αγριτέλλη αυτή η πρόσκληση να υπηρετήσει εκεί υπήρξε μεγάλη και ιερή. Με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να είναι τουρκόφωνοι, επιδόθηκε σε μια πολύμορφη και πολυποίκιλη δράση, με μεγάλη πολιτική ευστροφία. Ενάρετος και δραστήριος καθώς ήταν ο χαρακτήρας του στα δέκα χρόνια που ακολούθησαν παρουσίασε ένα πραγματικά πληθωρικό εκκλησιαστικό και εθνικό έργο. Μέρα και νύχτα επισκεπτόταν όλες τις ελληνοχριστιανικές κοινότητες, διδάσκοντας, νουθετώντας και δίνοντας θάρρος τόσο στο λαό της περιφέρειας, όσο και των αστικών κέντρων. Απολάμβανε την αγάπη και τον σεβασμό από το λαό, και όλοι έβλεπαν στο πρόσωπό του το σοφό διδάσκαλο, το θαυμαστό ρήτορα, τον αεικίνητο ποιμενάρχη και τον προστάτη των υπόδουλων Ελλήνων, αφυπνίζοντας το θρησκευτικό και εθνικό συναίσθημα τους, στα ακρότατα αυτά όρια του Ελληνισμού, διαβλέποντας ωστόσο τον κίνδυνο που ακολουθούσε, με δεδομένο ότι, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους οι Τούρκοι είχαν χάσει το σύνολο των κατακτήσεών τους στη βαλκανική χερσόννησο, και προσπαθούσαν πάση θυσία να κρατήσουν τη Μικρά Ασία.
Στο δυτικό Πόντο, όπου ο Ελληνισμός ήταν συμπαγής και δυναμικός, τα πράγματα ήταν χειρότερα. Είναι γνωστές οι άγριες μέρες που ακολούθησαν για τον Ελληνισμό και ο Επίσκοπος Ευθύμιος Αγριτέλλης, ως γνήσιο τέκνο της Εθναρχούσας Εκκλησίας που ήταν, αφύπνισε τους Έλληνες. Στις 14 Ιανουαρίου 1913, τοποθετήθηκε και εγκαταστάθηκε στην Πάφρα, την έδρα της επισκοπής του. Το τεράστιο και επίπονο ποιμαντικό και εθνικό έργο φάνηκε από τον τρόπο που ζούσε: δύο ημέρες της εβδομάδος βρισκόταν στην Αμισό και τις υπόλοιπες στην Πάφρα. Ποίμανε την επαρχία του για δέκα χρόνια εκτελώντας χρέη Διδασκάλου του Γένους στο Ημιγυμνάσιο της Πάφρας, συμβάλλοντας στην πνευματική ανάταση των νέων, οδηγώντας την σε υψηλές βαθμίδες μόρφωσης και προκοπής και βοηθώντας αποφασιστικά στην ανάπτυξη της παιδείας και της οργάνωσης των ελληνικών κοινοτήτων. Ο Θωμάς Αλεξιάδης αναφέρει τα εξής: από τις αρχές του 1914, επισκέφτηκε 130 χωριά και οικισμούς της επαρχίας του, τα οποία αποτελούνταν από 116 κοινότητες. Όλα τα χωριά ήταν αμιγώς ελληνικά, ενώ υπήρχαν και ογδόντα αμιγή τουρκικά χωριά. Στην Πάφρα έχτισε αρρεναγωγεία, παρθεναγωγεία και φρόντισε για την τοποθέτηση κατάλληλων δασκάλων. Το επισκοπείο βρίσκονταν δίπλα στον μητροπολιτικό ναό της Πάφρας, κι ήταν αφιερωμένο στην Αγία Μαρίνα. Στην περιφέρεια της επαρχίας του, έχτισε 40 εκκλησίες και χειροτόνησε δεκάδες ιερείς, για να μη στερούνταν και το μικρότερο χωριό ή οικσμός την παρουσία του ιερέα και του δασκάλου. Ενέπνευσε σε όλους εμπιστοσύνη και σεβασμό. «Δεσπότη της Πάφρας» τον αποκαλούσαν, γι’ αυτό και υπήρξε κορυφαίος ηγέτης, γενναίος ποιμενάρχης, και πνευματικός καθοδηγητής.
Ο Ευθύμιος Αγριτέλλης υπήρξε ο ιεράρχης εκείνος, ο οποίος αντιστάθηκε στα σχέδια των Νεοτούρκων και των Κεμαλικών αλλά και στους στόχους της ανερχόμενης αστικής τάξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα σύγχρονο καθαρά τουρκικό κράτος, εξοντώνοντας οικονομικά και φυσικά τις χριστιανικές μειονότητες που δε θα δέχονταν να εκτουρκιστούν. Οι Έλληνες της Πάφρας και του δυτικού Πόντου γενικότερα, καθ’ όλη τη διάρκεια της τουρκικής τυραννίας, με εξαίρεση τα χρόνια μετά την έκδοση των Μεταρρυθμιστικών Διαταγμάτων και μέχρι τη Γενική Επιστράτευση του 1914, ζούσαν κάτω από το τυραννία του κατακτητή, ο οποίος προσπαθούσε με κάθε μέσο να τους εξισλαμίσει και να τους αφομοιώσει. Μετά το Νεοτουρκικό Κίνημα του 1908 και την υποχρέωση στράτευσης των Ελλήνων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1911, πολλοί άνδρες της περιοχής Πάφρας κατέφυγαν στα βουνά, μη έχοντας καμία εμπιστοσύνη στο κράτος. Έναντι αυτής της κατάστασης ο Ευθύμιος Αγριτέλλης προέτρεψε πολλούς Παφραίους να μην καταταγούν στον τουρκικό στρατό, και να καταφύγουν στα βουνά, σαν φυγόστρατοι, δημιουργώντας, με τους πυρήνες που προϋπήρχαν εκεί, τα πρώτα οργανωμένα ανταρτικά σώματα προστασίας. Διασώζεται η μαρτυρία ότι κάτοικοι της περιοχής είδαν το Δεσπότη τους καβάλα πάνω σε άλογο να ανεβαίνει στα βουνά και να επισκέπτεται τους φυγόστρατους και λιποτάκτες του τουρκικού στρατού, ενώ παράλληλα, κατάστρωνε σχέδια άμυνας και επίθεσης κατά των Τούρκων στρατιωτών, αλλά και των ατάκτων τσετών και Τουρκολαζών, που επιτίθονταν στα απροστάτευτα ελληνικά χωριά σκορπώντας το θάνατο και την καταστροφή.
Οι Νεότουρκοι, γνωρίζοντας τον ηγετικό και ανύσταχτο εθνικό και εκκλησιαστικό ρόλο του Ευθύμιου Αγριτέλλη, απεφάσισαν την εξόντωσή του. Μια μέρα, ενώ κατευθυνόταν από την Πάφρα στην Αμισό, η συμμορία του τσέτη Μεχμέτ έκλεισε το δρόμο και τον αναζητούσε μέσα στις άμαξες. Για καλή τύχη του Επισκόπου, η άμαξά του μπόρεσε να ξεφύγει και οι τσέτες αναγκάστηκαν να τον πυροβολούν από μακριά, χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι σώθηκε από βέβαιο θάνατο.
Τα γεγονότα έως τον τραγικό θάνατό του την 29η Μαΐου –σημαδιακή πράγματι ημέρα μιας και μνημονεύουμε την Άλωση της Πόλης, της αιώνιας βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης- είναι τόσο συνταρακτικά που δείχνουν πόσο ηρωική μορφή υπήρξε ο Ευθύμιος Αγριτέλλης. Στις 21 Ιανουαρίου του 1921, ενώ ο Ευθύμιος Αγριτέλλης βρισκόταν στην Αμισό τη γνωστή Σαμψούντα, εισήλθαν οι κεμαλικοί στη μητρόπολη και τον συνέλαβαν, μαζί με τον πρωτοσύγκελο Πλάτωνα Αϊβαζίδη και άλλους προύχοντες της πόλης. Τους οδήγησαν στις φυλακές της Αμάσειας, προκειμένου να δικαστούν από το στρατοδικείο ως υπεύθυνοι του κινήματος για την ανεξαρτησία του Πόντου. Για τη φυλάκιση του Ευθυμίου Αγριτέλλη, στη διδακτορική διατριβή του ο Θωμάς Αλεξιάδης αναφέρει τα εξής: «το στρατοδικείο στην Αμάσεια ήταν σε συνεχή δράση. Ανέκρινε, δίκαζε και επέβαλε διάφορες ποινές. Την ημέρα του Πάσχα, όλοι οι συλληφθέντες τη γιόρτασαν στις φυλακές, χοροστατούντος του επισκόπου Ευθυμίου. Πριν από το Πάσχα, μία ομάδα από τους συγκρατούμενούς τους, μετά την ανάκριση, οι κεμαλικοί την απομόνωσαν σε δύο διπλανά κελιά, χωρίς να επιτρέπεται η επικοινωνία τους με τους υπόλοιπους. Το πρωί του Πάσχα, ο επίσκοπος Ευθύμιος περνώντας από το διάδρομο, χαιρέτησε τους συγκρατούμενούς του ευχόμενος Χριστός Ανέστη και καλή απελευθέρωση. Η ενέργεια αυτή του Επισκόπου έγινε αντιληπτή από το φύλακα, ο οποίος τον κατήγγειλε, ότι δήθεν ήρθε σε συνεννόηση με τους κρατούμενους, παραβαίνοντας τη σχετική εντολή. Η διοίκηση των φυλακών της Αμάσειας διέταξε τη μεταφορά του στα υπόγεια των φυλακών, όπου βρίσκονταν οι βαρυποινίτες. Παρέμεινε εκεί για 3-4 μερόνυχτα, μέχρι να αποδειχθεί η παρεξήγηση, και να μεταφερθεί στη θέση όπου κρατούνταν. Στο υπόγειο κρυολόγησε, αρρώστησε από εξανθηματικό τύφο, και σε μία εβδομάδα υπέκυψε, μαζί με τρεις ακόμη Έλληνες κρατούμενους. Τάφηκε στην Αμάσεια, χωρίς να επιτραπεί σε κανέναν να ψάλλει τη νεκρώσιμη ακολουθία του. Μόνο στον αχώριστο σύντροφό του πρωτοσύγκελο Πλάτωνα Αϊβαζίδη επέτρεψαν να τον συνοδέψει μέχρι την εξώπορτα της φυλακής. Το ιερό σκήνωμα του Επισκόπου το παρέλαβαν για ταφή χριστιανοί της Αμάσειας, και το ενταφίασαν στον περίβολο του καθεδρικού ναού του Αγίου Γεωργίου της Αμάσειας. Υπάρχει το ενδεχόμενο, ο σεπτός ιεράρχης να δηλητηριάστηκε»[3].
Ο επίσκοπος Ζήλων, με τη θυσία του, εισήλθε πρώτος στη χορεία των μεγάλων μαρτύρων ιεραρχών του Γένους, για να ακολουθήσουν ο Χρυσόστομος Σμύρνης, ο Γρηγόριος Κυδωνιών, ο Αμβρόσιος Μοσχονησίων, κ.α. Μετά από πρόταση του μακαριστού μητροπολίτη Κορινθίας Παντελεήμονος -ο οποίος είχε ισχυρούς δεσμούς με τη Λέσβο, ο τάφος βρίσκεται στην Μονή Λειμώνος- προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Επίσκοπος Ευθύμιος Αγριτέλλης ανακηρύχθηκε Άγιος της Εκκλησίας μας, και η μνήμη του τιμάται την 29η Μαΐου κάθε χρόνο, ενώ γιορτάζει και με τους άλλους Μικρασιάτες νεομάρτυρες την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου).
Ο μακαριστός ηγούμενος της Μονής Λειμώνος, αρχιμανδρίτης +Νικόδημος Παυλόπουλος, έγραψε την Ασματική Ακολουθία του Αγίου και ενδόξου Ιερομάρτυρος Ευθυμίου Αγριτέλη.
Ο Ευθύμιος Αγριτέλλης ανήκει στη χορεία των μεγάλων ιεραρχών του Γένους που εθεώρησαν εαυτούς όχι μόνο αποστόλους της Ορθοδοξίας, αλλά και μέντορες του Ελληνισμού, για την τιμή και τη δόξα του οποίου θυσίασε τη ζωή του. Ο εθνοαποστολικός ρόλος του ενετάθη όταν το όραμα της Μεγάλης Ιδέας άρχισε να γίνεται πραγματικότητα με τη Συνθήκη των Σεβρών.

∞ ∞ ∞

Είναι βέβαιο ότι η Ιστορία του Νεότερου Ελληνισμού από την Επανάσταση του 1821 έως και τη Μικρασιατική Καταστροφή διαγράφτηκε βάση των θεμελιακών πολιτισμικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών μεταβολών που συντελέστηκαν στο ευρύτερο χώρο της βαλκανικής χερσονήσου, αλλά και της ευρύτερης ρωσικής επικράτειας. Ο νεοελληνικός κόσμος γνώρισε από κοντά τις διαδικασίες που σφράγισαν και συνάμα ανανέωσαν την γεωπολιτική του θέση.
Στην ιστορία των ελληνοποντιακών και κατ’ επέκταση ελληνορωσικών πολιτισμικών σχέσεων ο Ευθύμιος Αγριτέλλης κατέχει σημαντική θέση. Είναι συνεχιστής αντίστοιχου εθνικού, πολιτισμικού και ποιμαντικού έργου που, πριν απ’ αυτόν, σ’ αυτόν τον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο επιτέλεσαν κορυφαίες προσωπικότητες. Αναφέρω τους Μάξιμο Γραικό, Μελέτιο Συρίγο, Αρσένιο Γραικό, Διονύσιο Ιβηρίτη, Αθανάσιο Πατελλάριο, Παϊσιο Λιγαρίδη, Αθανάσιο Κοντοειδή, Αθανάσιο Σκιαδά, αδελφούς Ιωαννίκιο και Σωφρόνιο Λειχούδη. Όλοι αυτοί μαζί με τον Ευθύμιο Αγριτέλλη, με το πολυδιάστατο έργο τους, έδειξαν πως ο Ελληνισμός της Διασποράς παρέμεινε ζωντανός συνεχίζοντας τη μακρά δυναμική ιστορική πορεία του. Σ’ αυτήν την πορεία οι κληρικοί, το ράσο δηλαδή, όπως στην αρχή το επισημάναμε μέσω της γραφίδας του Κώστα Σαρδελή, κατείχε σημαίνουσα θέση στο Πάνθεο του Ελληνισμού.
Βέβαια, είναι γεγονός ότι, πολλές πτυχές του έργου του Ευθύμιου Αγριτέλλη παραμένουν άγνωστες. Αναφέρομαι στον πλούτο των χειρόγραφων έργων του που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη της Μονής Λειμώνος και που χρήζουν άμεσης και υπεύθυνης επιστημονικής μελέτης. Ίδωμεν πότε αυτή θα γίνει.

[1] Σαρδελής, Κώστας. (2000). Το Συναξάρι του Γένους. Αθήνα: Αρμός, σσ. 177-178).
[2] Βακαλόπουλος, Ε. Απόστολος. (1978). Οι Έλληνες σπουδαστές στα 1821. Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, σ. 7.
[3] Η Πάφρα του Πόντου: Ιστορία – Εκκλησία - Εθνικοί Αγώνες. Θεσσαλονίκη 2012. [Διδακτορική Διατριβή]. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Θεολογική Σχολή. Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, σ. 95· [και: Θεσσαλονίκη. Αφοί Κυριακίδη: 2014].

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις