Ο νεανικός Κ. Θ. Δημαράς στα δίκτυα της γαλλικής διανόησης
Γράφει ο Κώστας Καραβίδας
Γιάννης Δημητρακάκης, Διαδρομές της σκέψης του Κ.Θ. Δημαρά, Σοκόλη, Αθήνα 2025.

Ο Γιάννης Δημητρακάκης διερευνά και σταθμίζει εδώ και πολλά χρονιά τα «πολλαπλά αίτια» της διανοητικής συγκρότησης του Κ. Θ. Δημαρά (1904-1992). Όπως είναι γνωστό, η πνευματική πορεία του «εθνικού γραμματολόγου» δεν ήταν ευθύγραμμη, αλλά διαμορφώθηκε με σημαντικές ιδεολογικές και επιστημολογικές μετατοπίσεις. Η πρώιμη όμως δημιουργική του περίοδος, πριν εξελιχθεί στον γνώριμο Δημαρά της μελέτης του Διαφωτισμού, των συνθετικών εργασιών και της μνημειώδους Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1948-1949), παρέμεινε ερευνητικά υποφωτισμένη ως προς τις προϋποθέσεις της. Ο Δημητρακάκης, εισφέροντας νέα στοιχεία και συσχετίσεις, επιμένει ορθά στα πρώτα στάδια διαμόρφωσης του νεανικού Δημαρά καθώς χωρίς την αποκρυπτογράφηση και την ανασυγκρότησή του είναι αδύνατον να κατανοήσουμε πλήρως τον ώριμο.
Η ανά χείρας μελέτη με τίτλο Διαδρομές της σκέψης του Κ. Θ. Δημαρά είναι η πρώτη μονογραφία για την αναμφίβολα πιο καθοριστική μορφή των νεοελληνικών σπουδών, τον «δάσκαλο χωρίς έδρα» [1], με την έννοια ότι δεν δίδαξε ποτέ σε ελληνικό πανεπιστήμιο, που θεμελίωσε όμως «σχολή» στην επιστήμη των νεοελληνικών γραμμάτων. Το βιβλίο συγκροτείται από έξι μελετήματα, όλα δημοσιευμένα σε περιοδικά, συλλογικούς τόμους και πρακτικά συνεδρίων, αλλά επεξεργασμένα και αναπλαισιωμένα ώστε να συνάγεται ένα συγκροτημένο και συμπαγές αφήγημα, διερευνώντας εξονυχιστικά τα ίχνη και τις πηγές, τα «υπόγεια ρεύματα» της σκέψης του νεανικού Δημαρά. Ενός Δημαρά που εμφορείτο από θερμή και μαχητική θρησκευτική πίστη σε μια εκδοχή χριστιανισμού περισσότερο φιλοσοφική —ένα είδος πνευματικής πειθαρχίας— και διαφοροποιημένη από την ελληνορθόδοξη, ηθική και δογματική παράδοση. Βασική υπόθεση εργασίας της μελέτης, που τεκμηριώνεται αναλυτικά, είναι ότι ο Δημαράς αντλεί τις πρώιμες ιδέες του με άξονα την κριτική στη νεωτερικότητα, τον αστικό πολιτισμό και τον Διαφωτισμό αλλά και το αίτημα μιας πνευματικής επανάστασης από τη γαλλική καθολική διανόηση του Μεσοπολέμου και τις αναζητήσεις στοχαστών όπως ο Jacques Maritain.
Το αίτημα για την ανασυγκρότηση του νεανικού Δημαρά και του εσωτερικού αγώνα που διεξήγαγε, έχει διατυπωθεί εδώ και πολλά χρόνια. Ήδη από το 1985 ο Φίλιππος Ηλιού προσημείωνε το πόσο «θα θέλαμε να γνωρίζουμε περισσότερα για τα θέματα αυτά» [2]. Σήμερα, χάρη στην εργασία του Δημητρακάκη διαθέτουμε πια έναν ακριβέστατο προσδιορισμό της πνευματικής προσωπικότητας του Δημαρά (του χριστιανισμού και της κοσμοθεωρίας του αλλά και των κριτικών του προϋποθέσεων) μέσα από τη συστηματική μελέτη ξεχασμένων γραπτών από την πρώτη του δημιουργική περίοδο: από το 1927 που ξεκινά η συνεργασία του με τα Ελληνικά Γράμματα του Κωστή Μπαστιά μέχρι το πολεμικό έτος 1940 και «πρώτο έτος Κοραή» [3] κατά τη Μαριλίζα Μητσού που πρώτη μελέτησε το εργαστήρι των «Φιλοσοφικών Φροντισμάτων» του. Προτού δηλαδή ο Δημαράς εξελιχθεί από επικριτής σε κήρυκα των διαφωτιστικών ιδεών και αρχιτέκτονα των νεοελληνικών σπουδών, ιστοριογράφο της νεοελληνικής λογοτεχνίας και επιδραστικό επιφυλλιδογράφο στη δημόσια σφαίρα αφήνοντας για τους μαθητές του πολλά «θέματα για ξετύλιγμα».
Ιστορικοφιλολογική μέθοδος και διανοητική ιστορία
Οι καλές φιλολογικές μελέτες δεν ενδιαφέρουν μόνο για το περιεχόμενό τους αλλά και για το τι σηματοδοτούν για τον τρόπο μελέτης των λογοτεχνικών φαινομένων. Η μελέτη του Δημητρακάκη είναι μια πολύ απαιτητική εργασία σε ένα δύσκολο θέμα που προϋποθέτει συνδυασμό εφοδίων σπάνιο μεταξύ των νεοελληνιστών: εμβριθή γαλλομάθεια, σχολαστική γνώση της κίνησης των ιδεών στον ευρωπαϊκό και τον ελληνικό Μεσοπόλεμο, στέρεη ιστορικοφιλολογική αλλά και θεολογική - φιλοσοφική κατάρτιση. Ένα ακόμα κρίσιμο στοίχημα που κερδίζει ο συγγραφέας με διανοητική εντιμότητα είναι η αποφυγή των ιδεολογικών χρήσεων που ελλοχεύουν σε ένα τέτοιο θέμα. Ο Δημητρακάκης, που ανασυγκροτεί το χριστιανικό και αντινεωτερικό παρελθόν του Δημαρά αναζητώντας διαρκώς το τεκμήριο και την ερμηνευτική του αξιολόγηση, πάντα μέσα στα συμφραζόμενα, κινείται με προσεκτικό αποδεικτικό λόγο, εκφραστική πυκνότητα και αξιοπρόσεκτη ακρίβεια διατυπώσεων στο συναρπαστικό αλλά ολισθηρό πεδίο της ιστορίας των ιδεών ή ακριβέστερα της ιστορίας της διανόησης.
Για τη λεπτή διάκριση των δύο αυτών όρων διαθέτουμε το κατατοπιστικό κείμενο του François Dosse, Από την Ιστορία των Ιδεών στην Ιστορία της Διανόησης. [4] Αν ο ώριμος Δημαράς ως μελετητής του Διαφωτισμού ασχολήθηκε ερευνητικά με τους λογίους του 18ου και του 19ου αι. στο πεδίο της ιστορίας των ιδεών, των νοοτροπιών και των συλλογικών συνειδήσεων, όσοι μελετούν σήμερα αντίστοιχα φαινόμενα του 20ού αι. αναμετρώνται με ένα άλλο είδος λογιοσύνης: τους διανοούμενους. Η απόσταση από τη λογιοσύνη στη διανόηση είναι σημαντική και επιβάλλει οπωσδήποτε μεθοδολογικές διαφοροποιήσεις. Το πεδίο της διανοητικής ιστορίας, ειδικά για ό,τι αφορά τον ρευστό Ελληνικό Μεσοπόλεμο, αν προσεγγίζεται ιστορικοποιημένα όπως από τον Δημητρακάκη και όχι στη βάση ενός αναδρομικού παροντισμού, παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες και συχνά αναπάντεχες ερευνητικές εκπλήξεις. Αυτή η ιστορικότητα της προοπτικής είναι απολύτως κρίσιμη για τη μελέτη της σκέψης του Δημαρά που σφραγίστηκε από την εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων: τον απόηχο του πρώτου και το βίωμα του δεύτερου.
Αν και ο Δημητρακάκης δεν προτάσσει κάποιο μεθοδολογικό κεφάλαιο, η εξοικείωσή του με την προβληματική της διανοητικής ιστορίας αλλά και τις μεθόδους της συγκριτικής φιλολογίας είναι προφανής. Αυτή η μεταθεωρητική στάση που υιοθετεί, εκλεκτική και καθόλου δουλική απέναντι στη θεωρία, αναχωνεύοντάς τη μέσα στη συλλογιστική, τις υποθέσεις εργασίας και τα επιχειρήματα, τον δικαιώνει στο αποτέλεσμα. Έτσι η μελέτη φαίνεται να κινείται σε μια πρωτότυπη μεθοριακή γραμμή ανάμεσα στην ιστορία της διανόησης, την (ψηφιδωτή) διανοητική βιογραφία και τη συγκριτική γραμματολογία.
Είναι γνωστό πόσο μας λείπει μια συστηματική ιστορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης μέσα και από τις διαπολιτισμικές της μεταφορές και μεσολαβήσεις. Από την άποψη αυτή, η αξία που έχουν τέτοιες μονογραφίες είναι αυταπόδεικτη. Θα ήταν ευχής έργο μάλιστα να αποκτήσουμε περισσότερες και για άλλες σημαντικές μορφές της κριτικής και της διανόησης του 20ού αιώνα (τον Λορεντζάτο, τον Ραυτόπουλο, τον Κονδύλη κ.ά.) που διέθεταν στιβαρή παιδεία, σύνθετο γνωστικό εξοπλισμό και στο έργο τους σημειώνονται ριζικές μεταστροφές μέσα στον χρόνο, όπως στον Δημαρά. Οι σημαντικοί διανοούμενοι με τις ευαίσθητες κεραίες τους είναι πάντα τέκνα της εποχής τους. Αλληλεπιδρούν όμως και διαλέγονται προσωπικά, κάποτε και βασανιστικά, με τις ζητήσεις κάθε εποχής. Κάποιοι μάλιστα διαθέτουν ενεργά πολιτικά αντανακλαστικά ακόμη κι όταν δεν πολιτικολογούν, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Δημαρά που, βασισμένος στο «πρωτείο του πνευματικού» (Jacques Maritain) έναντι του πολιτικού (Charles Maurras) και παρά τη σαρωτική κριτική του στη νεωτερικότητα και τον αστισμό, δεν υπέστειλε ποτέ τη σημαία της δημοκρατίας και της πνευματικής ελευθερίας, δεν εκτράπηκε στον εθνικισμό, τον φιλομοναρχισμό, τον φασισμό ή τις ολοκληρωτικές ιδέες, όπως συνέβη με άλλους διανοούμενους και συγγραφείς της γενιάς του, έστω συγκυριακά. Η αντίρρηση του στη νεωτερικότητα, όπως μας δείχνει εναργώς η μελέτη, υπήρξε πολιτισμική και όχι πολιτική. Πόσο χρήσιμη —σκέφτομαι— είναι η μελέτη αυτών των ιδεολογικών περιπετειών του Μεσοπολέμου γύρω από την «παρακμή της Δύσης» και την κρίση του αστικού πολιτισμού σήμερα που απειλείται ξανά εκ των έσω η συνοχή του δυτικού φιλελεύθερου πνεύματος και συζητάμε πάλι για την εξάντληση της Δύσης με επικίνδυνους όρους.

Τα θεολογικά και φιλοσοφικά υποστυλώματα της σκέψης του Δημαρά
Ο Δημητρακάκης ανασυγκροτεί αποστασιοποιημένα (ούτε δικαιώνει ούτε καταγγέλλει) τους άξονες των ιδεολογικών, αισθητικών και χριστιανικών αντιλήψεων του νεανικού Δημαρά. Το ρεπερτόριο της αρθρογραφίας, των βιβλιοκρισιών, των συνεντεύξεων και των δοκιμίων του (στα Ελληνικά Γράμματα, τα Πολιτικά Φύλλα, την Πειθαρχία, τη Νέα Εστία, την Πρωία, την Πολιτεία, το Ελεύθερον Βήμα κ.ά.) περιλαμβάνει τη ριζική κριτική της νεωτερικότητας, του αστικού πολιτισμού, του μοντερνισμού, του «υλόφρονος» μαρξισμού αλλά και του καπιταλισμού, της νοησιαρχίας και του ορθολογισμού, την αρνητική στάση απέναντι στον αρχαιοελληνικό κλασικό πολιτισμό, το κλασικό εν γένει και τον ανθρωπισμό, την υπεράσπιση του χριστιανικού Δυτικού Μεσαίωνα έναντι της Αναγέννησης, το ενδιαφέρον για τον υπερρεαλισμό.
Κομβικό ενδιαφέρον έχουν στη μελέτη τα θεολογικά - χριστιανικά υποστυλώματα της σκέψης του Δημαρά στη ρωμαιοκαθολική διανόηση, ο μεταφυσικός - φιλοσοφικός και όχι ηθικός - δογματικός χριστιανισμός του και το φλερτ με τον «χριστιανικό κοινωνισμό», όπως εκφράστηκε στην Ελλάδα από τον πρωτεργάτη του, τον καθηγητή θεολογίας Παναγιώτη Μπρατσιώτη. Όλα αυτά ο Δημητρακάκης τα συσχετίζει και τα εντάσσει στα ευρωπαϊκά, κυρίως στα γαλλικά, διανοητικά συμφραζόμενα σε μια εποχή μάλιστα —δεκαετία του ’20— αναγέννησης του γαλλικού καθολικισμού, στις ζυμώσεις και τις αναζητήσεις του οποίου συμμετείχε ο Δημαράς. Δεδομένης της κριτικής του Δημαρά στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι νομίζω σαφές ότι ο Δημητρακάκης τον ανατοποθετεί εκεί που πραγματικά ανήκει: έξω από το στενό εθνικό πλαίσιο, στον ανοιχτών οριζόντων πνευματικό χώρο της ευρωπαϊκής παιδείας και της καθολικής διανόησης που όπως συμβαίνει και με άλλες περιπτώσεις (βλ. Τάκη Παπατσώνη), αποτελεί την κρίσιμη προϋπόθεση για την πληρέστερη κατανόηση του έργου του.
Μια από τα πιο δύσκολες προκλήσεις για τις διανοητικές βιογραφίες είναι όταν εξετάζονται οι κρίσιμες μεταστροφές, αναθεωρήσεις και κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις των βιογραφούμενων. Τι συμβαίνει όταν ένας διανοητής αλλάζει αντιλήψεις, μεθόδους και προτεραιότητες και τι παραμένει σταθερό στη σκέψη του; Ο πειρασμός να εξηγηθούν οι μεταβάσεις με ψυχοβιογραφικούς, ανεκδοτολογικούς ή συμβαντολογικούς όρους είναι υπαρκτός. Ο Δημητρακάκης όμως αποφεύγει τις παγίδες. Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζει αναλυτικά την πορεία της, σχεδόν μυθικής και δύσκολο να χρονολογηθεί με απόλυτη ακρίβεια, σταδιακής ιδεολογικής και ερευνητικής μεταστροφής του Δημαρά από τη μεταφυσική και την κριτική «προς την ιστορία και τον ορθολογισμό», με όρους κοσμοθεωρητικούς και όχι μυστικιστικούς (όπως, ας πούμε, το περίφημο ταξίδι του στο Άγιο Όρος). Και ο ίδιος ο Δημαράς εξάλλου δεν αποδεχόταν την ύπαρξη απόλυτων τομών όταν έγραφε ότι «δεν υπάρχουν νύχτες του Πασκάλ, νύχτες του Jouffroy, δηλαδή εξαφνικές μεταπτώσεις σε θέματα ιδεών και πίστεων». [5] Ο Δημητρακάκης επισημαίνει δύο φάσεις αργής ωρίμανσης και «βραδείας μεταβολής» στο άνυσμα σχεδόν μιας δεκαετίας. Το πρώτο βήμα, μεταξύ 1936 και 1938, είναι η ενιαία σύλληψη και συναρμογή ελληνισμού και χριστιανισμού, στη συνέχεια, το 1939-40, η στροφή στην κριτική προς τον κλασικό πολιτισμό και η επιδοκιμασία του Κοραή και τέλος, η αποδοχή των αξιών του Διαφωτισμού και ο παραγκωνισμός του χριστιανισμού που ολοκληρώνονται μέχρι το 1945.
Από συγκριτολογικής σκοπιάς το πεδίο ανοίγεται ευρύ και σύνθετο εξετάζοντας τις ζώνες επαφής του Δημαρά κυρίως με τα δίκτυα της γαλλικής διανόησης. Ο Δημητρακάκης είναι πολύ επιφυλακτικός με τους όρους επίδραση ή επιρροή και αναφέρεται περισσότερο σε επαφές, συνομιλίες, συναφείς αντιλήψεις, ομοιότητες και αναλογίες, κυρίως με τον Jacques Maritain, τους εκπροσώπους των λεγόμενων Non-conformistes des années 30 και τον «Νέο Μεσαίωνα» του Νικολάι Μπερντιάγεφ. Είναι πολύ επιφυλακτικός στις συνδέσεις με τον Οswald Spengler και τις ιδέες του για την «παρακμή της Δύσης» όπως και με τον εθνικιστικό κύκλο της Action Français και του Charles Maurras αναδεικνύοντας τις διαφοροποιήσεις του, ιδίως στο ζήτημα της υποστήριξης της μοναρχίας. Επίσης, ελέγχει προσεκτικά και τις ομολογημένες από τον ίδιο τον Δημαρά επιρροές από μορφές της γαλλικής γραμματείας του Μεσοπολέμου που ξεχώριζε, παρά τις ιδεολογικές του διαφοροποιήσεις, όπως τον André Gide, τον Léon Daudet, τον Gilles Benda αλλά και τον René Guénon (κεφάλαιο 2). Οι θεολογικοί και φιλοσοφικοί προβληματισμοί του Δημαρά φωτίζονται και στις νεανικές αντιπαραθέσεις του με τον φιλελεύθερων ιδεών θεολόγο Δημήτριο Μπαλάνο (κεφάλαιο 3), με τον οποίο συγκλίνει μεταπολεμικά και στον οποίο ενδεχομένως οφείλει τελικά την απόρριψη του Παπαδιαμάντη, αλλά και με τον ουμανισμό του Γιώργου Θεοτοκά (κεφάλαιο 4), με τον οποίο ξεκινούν από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, μεταπολεμικά συγκλίνουν, αλλά τη δεκαετία του ’60, με τη χριστιανική στροφή του Θεοτοκά, αποκλίνουν ξανά. Τα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου μας εισάγουν στις προϋποθέσεις του κριτικού της λογοτεχνίας Δημαρά με καθοριστική την αναφορά του στη βιογραφική μέθοδο του Sainte-Beuve.
Ένας ενιαίος Δημαράς
Ο Φίλιππος Ηλιού, ο άνθρωπος που κατανόησε ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο την ενότητα της σκέψης του Δημαρά, είχε υποδείξει τη σημασία κάποιων «ενιαίων μεθοδεύσεων» τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίοδό του παρά τις μετατοπίσεις και τις τομές. Αντίστοιχα, η μελέτη του Δημητρακάκη αναδεικνύει ανθεκτικά στοιχεία συνέχειας της δημαρικής σκέψης μέσα στον χρόνο, κυρίως της κριτικής μεθόδου και όχι της κοσμοθεωρίας του. Κάποια προκύπτουν από την ανάλυση ή υπονοούνται, κάποια άλλα επισημαίνονται. Για παράδειγμα, η πρώιμα διατυπωμένη αρνητική προσέγγιση του Δημαρά απέναντι στην έννοια της μορφικής τελειότητας και του λογοτεχνικού αριστουργήματος [6] εκβάλλει στην ώριμη ιστορικοκριτική φάση του, ως φυσική απόληξη, σε δυσπιστία προς την αισθητική θεώρηση και τελικά στην εγκατάλειψη της λογοτεχνίας χάριν της ιστορίας των ιδεών και των συνειδήσεων. Επίσης, η τόλμη, ο εσωτερικός συνειδησιακός αγώνας, η μαχητικότητα στη διατύπωση επιχειρημάτων, τα καλά εργαλεία, το σταθερό βλέμμα προς τη Δύση, οι ιδεολογικές ρήξεις με κυρίαρχες αντιλήψεις υπήρξαν πυρηνικά στοιχεία της σκέψης του Δημαρά που δεν τα εγκατέλειψε ποτέ. Από την άποψη αυτή, ο Δημητρακάκης δίνει έμμεσα θετική απάντηση στο εύλογο ερώτημα αν ο προπολεμικός και ο μεταπολεμικός Δημαράς είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Ακόμη λοιπόν κι αν η σκέψη του δεν υπήρξε ευθύγραμμη («η ευθεία γραμμή είναι κάτι πλασματικό» [7], έλεγε ο ίδιος), ίσως αξίζει να τη δούμε ως ενιαία. Νομίζω αυτό είναι το πιο ερεθιστικό στοιχείο της μελέτης που μας πάει στα βαθιά και δημιουργεί το πλαίσιο για τη διερεύνηση και του άλλου, του ώριμου Δημαρά, αυτού που ξέρουμε ή νομίζουμε πως ξέρουμε καλύτερα. Το θέμα ασφαλώς δεν εξαντλείται αλλά συμπληρώνεται μια κρισιμότατη ψηφίδα.
Σημειώσεις
1. Βενετία Αποστολίδου, «Κ. Θ. Δημαράς: ένας δάσκαλος χωρίς έδρα», Η Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο. Η συγκρότηση της επιστήμης της Νεοελληνικής Φιλολογίας (1942-1982), Πόλις, Αθήνα 2022, σ. 92-125.
2. Φίλιππος Ηλιού, «Ιστορία των κορυφών και ιστορία των μέσων όρων», στον τόμο Πενήντα χρόνια Νεοελληνικής Παιδείας. Η παρουσία του Κ.Θ. Δημαρά στην επιστήμη των νεοελληνικών γραμμάτων, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1985, σ. 72 (= Οι ασέβειες του ιστορικού. Τρία κείμενα για τον Κ. Θ. Δημαρά, Ερμής, Αθήνα 2003, σ. 16.
3. Μαριλίζα Μητσού, «Φιλοσοφικά Φροντίσματα του Κ.Θ. Δημαρά (1926-1940)», στον τόμο Επιστημονική Συνάντηση στη μνήμη του Κ. Θ. Δημαρά, ΚΝΕ-ΕΙΕ, Αθήνα 1994, σ. 46.
4. François Dosse, Από την Ιστορία των ιδεών στην Ιστορία της διανόησης, Ετήσια Διάλεξη Κ. Θ. Δημαρά, μτφρ. Ουρανία Πολυκανδριώτη, Danielle Morichon, Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ, Αθήνα 2016.
5. Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορικά Φροντίσματα, Α’. Ο Διαφωτισμός και το κορύφωμά του, επιμ. Πόπη Πολέμη, Πορεία, Αθήνα 1992, σ. 11.
6. Κ. Θ. Δημαράς, «Απολογία του κακού βιβλίου», εφ. Η Πρωία, 3.11.1931.
7. Κ. Θ. Δημαράς, Συνεντεύξεις, Ερμής, Αθήνα 1986, σ. 48.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Irina Jandieri. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]
ΠΗΓΗ: Φρέαρ

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου