ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ν. ΣΑΘΑΣ (Αθήνα 1842 – Παρίσι 1914): Ένας πρωτοπόρος μεσαιωνοδίφης

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΑΘΑΣ – ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Κωνσταντίνος Σάθας[1] υπήρξε ο Έλλην λόγιος που ήρθε σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο· αντίθετος στη θεωρία του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, έφτασε στο σημείο ακόμη και να αρνηθεί την ελληνικότητα του Βυζάντιου. Πίστευε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να στηριχθεί οποιασδήποτε θεωρία περί ελληνικότητας του Βυζαντίου, έπρεπε πρώτα να προηγηθεί αυστηρή επιστημονική λαογραφική έρευνα, προκειμένου να αποθησαυρισθούν όλες οι εθνικές παραδόσεις και ο γλωσσικός τους πλούτος. Για τον εκ Γαλαξιδίου καταγόμενο ιστοριοδίφη, η ιστορική συγγραφή όφειλε οπωσδήποτε να στηρίζεται στις πηγές της κάθε χρονικής περιόδου, και τέτοιες ήταν, για τη μεν χιλιόχρονη βυζαντινή περίοδο, οι πολλοί ιστοριογράφοι της εποχής εκείνης, για την δε εποχή της Τουρκοκρατίας, οι ξένοι περιηγητές. Εκείνο όμως που για τον ίδιο είχε περισσότερη σημασία ήταν τα έγγραφα των αρχείων, ειδικά των ξένων κρατών, τα οποία μαζί με τα λογοτεχνικά και λαογραφικά μνημεία, θα έδιναν στον ιστορικό του 19ου αιώνα το απαραίτητο υλικό για να συνθέσει τη ελληνικότητα του Βυζαντίου. Τούτο το στήριζε στα πορίσματα της μέχρι τότε έρευνας, που τα εθεωρούσε αντικειμενικά και τα οποία ερχόταν σε αντίθεση στην «προεσχησματιμένη ιδέα» του ελληνοχριστιανισμού, που σύμφωνα με τον ίδιο, είχαν κατασκευάσει ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Συνεπώς, ο Σάθας ούτε αρχαιολάτρης ήταν, ούτε και βυζαντινολάτρης.
Έτσι, η αντιδικία με τον Παπαρρηγόπουλο δεν άργησε να έρθει. Ο Κ. Θ. Δημαράς[2] την τοποθετεί από το 1872 και μετά, όταν ο Σάθας δημοσίευσε τον πρώτο τόμο του μεγάλου και τιτάνιου έργου του, τη Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη και, συνεχίστηκε στα 1880, με την έκδοση της σειρά Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας.
Εκείνο όμως που ο σημερινός ιστορικός οφείλει να καταγράψει από αυτήν την αντιδικία και, βέβαια, να προχωρήσει σε κάποιες ερμηνευτικές προτάσεις, είναι το γεγονός ότι ο Σάθας -όσο κι αν η σημερινή ιστορική, φιλολογική και θεολογική επιστήμη αναζητά στο έργο του τεκμήρια και πλούσιο για μελέτη υλικό- αποδεδειγμένα είναι «ανεπαρκής» στις εκδοτικές του προσπάθειες, αλλά και σε πολλά μελετήματά του προβαίνει «σε υποθέσεις, γενικεύσεις και συμπεράσματα», με μιαν «αχαλίνωτη ιστοριογραφική φαντασία» η οποία του επέτρεπε «οποιαδήποτε τολμηρά κατασκευάσματα»[3]. Είναι σημαντικό εδώ να υπογραμμίσουμε ότι, ο ίδιος στην αντίθεσή του προς τον Παπαρρηγόπουλο, εθεωρούσε ότι το Βυζάντιο πολέμησε τον ειδωλολατρικό Ελληνισμό, επισημαίνοντας ότι το τελικό πλήγμα το έδωσε πολύ αργότερα ο Τούρκος κατακτητής με την Άλωση της Πόλης.
Ανεξαρτήτως από την παραπάνω αντιδικία των δύο αυτών κορυφαίων λογίων του 19ου αιώνα, ο σημερινός ιστορικός, στο εργαστήριο της προσωπικής του έρευνας και τριβής με ιδεολογικά ζητήματα και προτάγματα του 19ου αιώνα, οφείλει να σημειώσει και κάτι ακόμη: δεν πρέπει να ξεχνάμε γιατί ο 19ος αιώνας ευνοούσε τέτοιες ιδεολογικές αντιθέσεις, μιας και οι ιστορικές τότε συζητήσεις όλο και περισσότερο κέντρο τους είχαν το γεφύρωμα μεταξύ αρχαίου και νεότερου Ελληνισμού, χωρίς το ενδιάμεσο που ήταν το Βυζάντιο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες οφείλουμε να ερμηνεύουμε αντιδικίες σαν την παραπάνω.
Πάρα ταύτα, ο Σάθας αναμφισβήτητα υπήρξε λόγιος με αξιοθαύμαστη συγγραφική παραγωγή.

ΟΛΙΓΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: SearchCulture

Για τον Κωνσταντίνο Σάθα, ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Σαθόπουλου, σήμερα δεν διαθέτουμε μια καλά γραμμένη και επιστημονικά συγκροτημένη μονογραφία. Σκόρπιες μόνο ειδήσεις, κατά καιρούς δημοσιευμένες σε έγκυρα περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες μας πληροφορούν για το βίο και το έργο του[4].
Γεννήθηκε στην Αθήνα στα 1842 από Γαλαξιδιώτες γονείς, αγωνιστές και γραμματοδιδασκάλους. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Λαμίας και για δύο χρόνια παρακολούθησε μαθήματα στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, την οποία και παράτησε για να αφιερωθεί στις ιστορικές σπουδές. Αφορμή για το γεγονός αυτό στάθηκε η τυχαία ανεύρεση του Χρονικού του Γαλαξειδίου, χειρόγραφη περίληψη της ιστορίας (από τον 10ο μέχρι τον 17ο αιώνα)[5], της όμορφης αυτής παραθαλάσσιας κωμόπολης της Παρνασσίδας του νομού Φωκίδας, το οποίο ανακάλυψε σε μια κρύπτη στα ερείπια της μονής Σωτήρος και εξέδωσε στα 1865.
Έκτοτε στο χώρο των φιλολογικών και ιστορικών γραμμάτων έγινε γνωστός με το τεράστιο εκδοτικό έργο του, που είχε και υποστηρικτές σημαντικές φυσιογνωμίες Ελλήνων λογίων, όπως ο Παύλος Λάμπρος, πατέρας του επίσης μεγάλου μεσαιωνολόγου ιστορικού Σπυρίδωνα Λάμπρου, ο Κωνσταντίνος Λομβέρδος και ο Γεώργιος Αλ. Μαυροκορδάτος. Στους δύο τελευταίους ο Σάθας χρωστά πολλά, μιας και χρηματοδότησαν πολλές έρευνές του σε αρχεία της Κωνσταντινούπολης, της Βενετίας και της Φλωρεντίας, ιδιαίτερα μετά το 1870. Η πιο γόνιμη εκδοτικά εικοσιπενταετία ήταν μέχρι το 1895. Πολυάριθμες μελέτες του είδαν το φως της δημοσιότητας, γεγονός που σήμερα τον κατασταίνει ένα από τους βασικότερους προδρόμους της Νεοελληνικής Φιλολογίας και Ιστοριογραφίας. Γύρω στα 1895 λόγω έλλειψη οικονομικών πόρων, αλλά και λόγω ασθένειας στην όρασή του αναγκάζετε να σταματήσει το ερευνητικό του έργο. Στα 1900 εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου και πεθαίνει πάμφτωχος και τυφλός στα 1914.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Το έργο του Σάθα, στο σύνολό του, αφορά την ιστορική έρευνα, ειδικότερα τον Μεσαίωνα και την Τουρκοκρατία. Αναμφισβήτητα υπήρξε ο μεγαλύτερος ιστοριοδίφης, φιλόπονος ερευνητής και εκδότης πολλών χειρογράφων. Επί δεκαετίες ερεύνησε βιβλιοθήκες και αρχεία πολλών πόλεων της Ελλάδας και του εξωτερικού (Λευκάδας, Ζακύνθου, Κωνσταντινούπολης, Βιέννης, Παρισίων, Πράγας, Βερολίνου, Αμβούργου, Κοπεγχάγης, Μονάχου, Φλωρεντίας, Πίζας, Γένοβας, Μιλάνου, Βενετίας κ. α.). Στον ακάματο ζήλο του οφείλουμε σήμερα τη γνώση που έχουμε για πολλά μεσαιωνικά και νεοελληνικά κείμενα. Το έργο του υπερβαίνει τις 15.000 σελίδες, είναι τεράστιο και αποτελεί σημαντικότατη προσφορά στην έρευνα της Μεσαιωνικής και μετέπειτα Ιστορίας.
Εκείνο που ως ερευνητή και ιστοριοδίφη τον χαρακτηρίζει είναι η διαπίστωση ότι, καλύπτει μία αξιόλογη ποικιλία θεμάτων: επαναστάσεις, γεωγραφία του ελλαδικού χώρου, εμπόριο, οικονομία, ναυτιλία, τυπογραφία, εφημερίδες, δημώδη λογοτεχνία και γλώσσα, συλλογές κειμένων και εγγράφων, βιογραφίες. Σε πολλά σημεία ολάκερο το έργο του διακρίνεται από συνέπεια στους στόχους και τις αναζητήσεις, έτσι που να μην αποτελείται από ασύνδετες μεταξύ τους και περιστασιακές συγγραφές, μολονότι όπως παραπάνω επισήμαινα η νεώτερη ιστορική έρευνα διακρίνει σ’ αυτό κάποια λάθη. Σαράντα και πλέον χρόνια συνεχούς και επίπονης εργασίας χρειάσθηκαν, για να ανακαλυφθούν, να μελετηθούν και να τυπωθούν πολύτιμα κείμενα της Βυζαντινής Γραμματείας κι ιστορικά ντοκουμέντα της Μεσαιωνικής και Νεότερης Ιστορίας.
Παρακάτω σταχυολογώ μερικά από τα σπουδαιότερα συγγράμματά του:
  • Χρονικόν ανέκδοτον Γαλαξειδίου, [Αθήνα 1865].
  • Η κατά τον ΙΖ΄ αιώνα επανάστασις της ελληνικής φυλής (1684-1715), [Αθήνα, 1865].
  • Νεοελληνική Φιλολογία. Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων από της καταλύσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι της ελληνικής εθνεγερσίας 1453-1821, [Αθήνα 1868].
  • Ελληνικά ανέκδοτα περισυναχθέντα και εκδιδόμενα κατ’ έγκρισιν της Βουλής, ττ. 2, [Αθήνα 1867].
  • Το εν Ζακύνθω αρχοντολόγιον και οι ποπολάροι, [Αθήνα 1867].
  • Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. Ιστορικόν δοκίμιον περί των προς αποτίναξιν του οθωμανικού ζυγού επαναστάσεων του Ελληνικού Έθνους (1453-1821), [Αθήνα 1869].
  • Νεοελληνικής Φιλολογίας Παράρτημα. Ιστορία του ζητήματος της Νεοελληνικής Γλώσσης, [Αθήνα 1870].
  • Βιογραφικόν σχεδίασμα περί του Πατριάρχου Ιερεμίου Β’ (1512-1594), [Αθήνα 1870].
  • Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, ττ. 7, [Αθήνα 1872-1894].
  • Ιστορικόν δοκίμιον περί του θεάτρου και της μουσικής των Βυζαντινών. Ήτοι εισαγωγή εις το Κρητικόν Θέατρον, [Βενετία 1878].
  • Ερωφίλη. Τραγωδία Γεωργίου Χορτάτση, [Βενετία 1878].
  • Ζήνων. Τραγωδία νυν πρώτον εκδιδομένη εκ χειρογράφου της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης, [Βενετία 1878].
  • Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, ττ. Ι – IX, [Παρίσι 1880-1890].
  • Κρητικόν Θέατρον ή Συλλογή ανεκδότων και αγνώστων δραμάτων, [Βενετία 1879].
  • Έλληνες στρατιώτες εν τη Δύσει και αναγέννησις της ελληνικής τακτικής, [Αθήνα 1885].
ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

Η Νεοελληνική Φιλολογία είναι από τα σημαντικότερα έργα που έγραψε ο Σάθας. Μαζί με μερικούς τόμους της επτάτομης Μεσαιωνικής Βιβλιοθήκης, τον τόμο Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, ακόμη και για τον σημερινό ερευνητή και ιστορικό αποτελούν σημαντικότατα βιβλιογραφικά τεκμήρια για μελέτη της μακραίωνης σκληρής δουλείας του Ελληνισμού κατά την Τουρκοκρατία. Η Νεοελληνική Φιλολογία εκδόθηκε στην Αθήνα το 1868, στο τυπογραφείο του Ανδρέα Κορομηλά, τυπογράφου και εκδότη, ο οποίος τύπωσε πολλά βιβλία του 19ου αιώνα, μεταξύ αυτών και σχολικά. Ένα χρόνο πριν, η επιτροπή του Ροδοκανάκειου Φιλολογικού Αγώνα -ιδρυτής του ήταν ο εκ Δημητσάνας λόγιος και καθηγητής της Λατινικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Ευθύμιος Καστόρχης- είχε προκηρύξει διαγωνισμό που αφορούσε «την ιστορίαν παρ' Έλλησιν από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι το 1821» περίοδο. Στο διαγωνισμό αυτό βραβεύτηκε η Νεοελληνική Φιλολογία του Σάθα. Αν και η επιτροπή δεν έμεινε ευχαριστημένη με το αποτέλεσμα η Νεοελληνική Φιλολογία αποτέλεσε το έργο εκείνο που έθεσε τις βάσεις για μια επισκόπηση των ελληνικών γραμμάτων κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, με αξιολογικά κριτήρια.
Η προμετωπίδα της πρωτότυπης έκδοσης κοσμείται με ένα απόφθεγμα από τη Λογική του κορυφαίου διδασκάλου του Γένους Ευγένιου Βούλγαρι, τον οποίο ο Σάθας θεωρούσε πολυμαθέστερο και πολυγραφότατο λόγιο του 18ου αιώνα[6]. Στον πρόλογο ο συγγραφέας θέτει τους στόχους της μεγαλεπήβολης έρευνάς του: επιθυμεί να καταγράψει την μετά την αποφράδα «ημέραν της 29ης Μαΐου 1453 πολιτική και φιλολογική ιστορία του ελληνικού έθνους»[7], ενημερώνοντας όμως τον αναγνώστη ότι «με όλην την πρωτοτυπίαν του έργου δεν δύναμαι να καυχηθώ ότι παρουσιάζω τέλειο τι· τουναντίον μάλιστα θεωρώ αυτό απλούν σχεδίασμα πολλά δυνάμενον να υποστή προσθαφαιρέσεις υπό διαφόρων», αναφερόμενος μάλιστα στις σχετικές παραλείψεις αντίστοιχων, «ατελών» κατά τον ίδιο, σχεδιασμάτων που είχαν επιχειρήσει προγενέστεροί του λόγιοι, όπως οι Νεόφυτος Ροδινός, Δημήτριος Προκοπίου, Σέργιος Μακραίος και Κωνσταντίνος ο από Σιναίου[8].
Στη Νεοελληνική Φιλολογία ο Σάθας προβαίνει στη βιογράφηση «των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων» από το 1453 μέχρι το 1821. Καταχωρίζει το υλικό του σε πέντε τμήματα που φτάνουν τις 746 σελίδες και στο τέλος (σσ. 747-761) παραθέτει αναλυτικό πίνακα ονομάτων των βιογραφούμενων Ελλήνων λογίων. Μια Είδησις που παρατίθεται στην τελευταία σελίδα του έργου του, αφορά σφάλματα και αβλεψίες του που σχετίζονται με τη βιογραφία του αγίου Αθανασίου Παρίου, την οποία κατά επίμονη παράκληση του ίδιου του Σάθα έγραψε ο Ανδρέας Μάμουκας, Χιώτης κι αυτός λόγιος του 19ου αιώνα.
Βιογραφικά σχεδιάσματα πλειάδας Ελλήνων λογίων διατρέχουν όλες τις σελίδες της Νεοελληνικής Φιλολογίας, με αντίστοιχους καταλόγους των συγγραμμάτων τους και τις απαραίτητες υποσημειώσεις. Σταχυολογώ μερικά ονόματα, όπως τα καταγράφει ο Σάθας, λαμβάνοντας κυρίως υπόψιν την τεράστια προσφορά τους στην πνευματική ζωή του Γένους, καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας: Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων, Μηχαήλος Αποστόλης, Μιχαήλ Μάρουλος ο Ταρχανιώτης, Μάρκος Μουσούρος, Μάξιμος Πελοποννήσιος, Ιάνος Λάσκαρις, Ζαχαρίας Καλλιέργης, Νικόλαος Σοφιανός, Ιωαννίκιος Καρτάνος, Παχώμιος Ρουσάνος, Δαμασκηνός Στουδίτης, Ιωάννης Ζυγομαλάς, Λέων Αλλάτιος, Γεώργιος Κορέσσιος, Μάξιμος Μαργούνιος, Γαβριήλ Σεβήρος, Χρύσανθος Νοταράς, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Αναστάσιος Γόρδιος, Μιχαήλ Περδικάρης, Αλέξανδρος Ελλάδιος, Ευγένιος Βούλγαρις, Αδαμάντιος Κοραής, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Νεόφυτος Δούκας, Σπυρίδων Βλαντής, Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος, Άνθιμος Γαζής, Αθανάσιος Χριστόπουλος, κ. ά.

ΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΑΘΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΙΜΑΔΡΙΤΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟ

Δύο χρόνια μετά την έκδοση της Νεοελληνικής Φιλολογίας, στα 1870, ο Σάθας διαβλέποντας τα πολλά κενά που άφηνε στη βιογραφική απαρίθμηση Ελλήνων λογίων, προχώρησε στην απαραίτητη συμπλήρωσή της, με την έκδοση ενός Παραρτήματος, καταγράφοντας παράλληλα πολλές αυτούσιες αναφορές τους για την αξία της ελληνικής γλώσσας. Εξού και ο υπότιτλος του Παραρτήματος: Ιστορία του ζητήματος της ελληνικής γλώσσας. Το Παράρτημα, ο Σάθας, το αφιερώνει στον έτερο μεγάλο ιστοριοδίφη Παύλο Λάμπρο, πατέρα του Σπυρίδωνα Λάμπρου, ιστορικό και πρωθυπουργό της Ελλάδας.
Πέντε κεφάλαια του Παραρτήματος με συμπληρώσεις είναι αφιερωμένα σε αυτούσιες αναφορές που έκαμαν για την ελληνική γλώσσα πολλοί Έλληνες λόγιοι της Τουρκοκρατίας, όπως, οι Παχώμιος Ρουσάνος, Μελέτιος Πηγάς, Μάξιμος Μαργούνιος, Κύριλλος Λούκαρις, Φραγκίσκος Σκούφος, Βικέντιος Δαμωδός, Νικηφόρος Θεοτόκης, Ευγένιος Βούλγαρις, Ιώσηπος Μοισιόδακας, Παναγιώτης Κοδρικάς, του οποίου στην προμετωπίδα του Παραρτήματος καταγράφει μικρό απόσπασμα από το έργο του Μελέτη περί της ελληνικής κοινής διαλέκτου που εκδόθηκε στο Παρίσι στα 1818, Στέφανος Κομμητάς, κ. ά. Ενδεικτικά, εδώ, σημειώνω την επίσης αυτούσια παράθεση ενός έργου του Αλέξανδρου Ελλάδιου με τίτλο: «Αλεξάνδρου του Ελλαδίου Διάλογος περί της εν Ευρώπη Ελληνικής προφοράς (1712)»[9].
Τα πολλαπλά λάθη και η έλλειψη ερευνητικής μεθόδου της Νεοελληνικής Φιλολογίας, λίγο αργότερα έφεραν στο προσκήνιο τη διαμάχη του Σάθα με τον αρχιμανδρίτη Ανδρόνικο Δημητρακόπουλο, λαμπρό Έλληνα λόγιο του 19ου αιώνα, με σπουδές στη βυζαντινολογία στη Λειψία, τη Μόσχα και το Κίεβο, και γνωστό συγγραφέα του έργου Ορθόδοξος Ελλάς, [Λειψία 1872]. Με αυτόν ο Σάθας ήρθε σε ρήξη. Ο Δημητρακόπουλος, στη Λειψία, στα 1871 θα εκδώσει ένα βιβλίο 119 σελίδων με τίτλο: Προσθήκαι και διορθώσεις εις την Νεοελληνική Φιλολογίαν Κωνσταντίνου Σάθα, στο οποίο θα καταγράψει τα «πολλά σφάλματα και τις πολλές ελλείψεις» του[10].
Οι αμοιβαίες κατηγορίες μεταξύ τους, κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, δημιούργησαν το σκηνικό που σηματοδότησε τη μετέπειτα ένταξη της Νεοελληνικής Γραμματολογίας στο στάδιο της επιστημονικής ανάλυσης, μακριά από μοναχικές αναζητήσεις και ατομικές συμβολές, όπως μέχρι τότε συνέβαινε από μεμονωμένους Έλληνες λογίους του 19ου αιώνα[11], επιφορτισμένες άλλωστε και με ιδεολογικές αναφορές, μιας και η αίσθηση της συνέχειας ή της ασυνέχειας του ελληνικού Γένους από την αρχαιότητα μέχρι τα νεότερα χρόνια ήταν συνεχώς στο προσκήνιο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε και την κάπως αρνητική στάση του Σάθα να αποσυνδέσει τον Χριστιανισμό από την αρχαία παράδοση, γεγονός που τον έφερε σε ακόμη μια ρήξη με έναν άλλο κορυφαίο λόγιο, τον Κ. Παπαρρηγόπουλο[12].
Ωστόσο, πέρα από κάθε συσχέτιση και κάθε αναφορά για έλλειψη μεθόδου, η Νεοελληνική Φιλολογία του Σάθα σημάδεψε ένα μεγάλο σταθμό στην πορεία βιογραφικών σχεδιασμάτων Ελλήνων λογίων της Τουρκοκρατίας. Ως ιστοριοδίφης και αξιόλογος ερευνητής, προσφέρει ακόμη και σήμερα στο ειδικό αναγνωστικό κοινό του, πλούσιο υλικό, καλή εποπτεία μιας μακράς εποχής, της Τυρκοκρατίας. Με την προοπτική που μας παρέχει ο χρόνος, εμείς οι νεότεροι που αγαπάμε την Ιστορία των χρόνων της Τουρκοκρατίας και συνεχώς εντρυφούμε σ’ αυτή, η αποδοχή τέτοιων έργων είναι καίρια, αφού πάνω τους πλάστηκε και στέριωσε η μετέπειτα νέα ελληνική συνείδησή μας.

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ Κ. ΣΑΘΑ: Μερικά ζητήματα έρευνας

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι, η Νεοελληνική Ιστοριογραφία, τουλάχιστον κατά την τελευταία εκατονταετία, έχει επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Από ποσοτική άποψη, οι μελέτες και η τεράστια αρθρογραφία που πλουσιοπάροχα παρέχεται στον επίδοξο ερευνητή, θα λέγαμε πως ξεπερνά αρκετά εκείνη που ασχολείται με τη βυζαντινή περίοδο. Εκείνο πάντως που ο μελετητής των χρόνων της σκληρής σκλαβιάς μας στον Τούρκο δυνάστη οφείλει να γνωρίζει, είναι τα πολλαπλά προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει όσον αφορά στην καταγραφή των πρωτογενών πηγών, η οποία σε μεγάλο μέρος, παραμένουν αδημοσίευτες. Και το κυριότερο, η πρόσβαση στα οθωμανικά αρχεία παραμένει ακόμη ζητούμενο για την έρευνα της εποχής αυτής.
Όμως, πέρα από αυτές τις δυσκολίες , είναι γεγονός ότι προσωπικότητες που πρωταγωνίστησαν στην καταγραφή και δημοσίευση πολλών πηγών της Τουρκοκρατίας, όπως άλλωστε ήταν και ο Σάθας, αποτελούν για τον σημερινό ερευνητή σημεία αναφοράς. Παρότι το τεράστιο έργο του σε πολλά σημεία, όπως παραπάνω τόνισα, παρουσιάζει ανακρίβειες και παράτολμες θεωρήσεις, οι πληροφορίες που παρέχει είναι βασικότατες για ιστορικά ζητήματα της Τουρκοκρατίας, όπως για παράδειγμα τα επαναστατικά κινήματα από την Άλωση της Πόλης ως τις παραμονές Εθνικής Παλιγγενεσίας του 1821. Δύο παραδείγματα είναι νομίζω αρκετά για να τεκμηριώσω τα γραφόμενά μου.
Πρώτον, στο ογκώδες έργο του Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. Ιστορικόν δοκίμιον περί των προς αποτίναξιν του οθωμανικού ζυγού επαναστάσεων (1453-1821), [Αθήνα 1869], ο Σάθας μας άφησε μια λίαν ενδιαφέρουσα εξιστόρηση των επαναστατικών ενεργειών των Ελλήνων, καθ’ όλη τη διάρκεια της επώδυνης Τουρκοκρατίας. Είναι από τους πρώτους ιστοριοδίφες που, με συστηματικό τρόπο, ερευνώντας αρχειακές συλλογές, μας πληροφορεί πως οι πρωταγωνιστές των ενεργειών εκείνων ήρθαν σε επαφή με τις Μεγάλες Δυνάμεις της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, συνεργαζόμενοι μαζί τους για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Ασχέτως αν λάθη και ανακρίβειές του, άμεσα ή έμμεσα από τη νεότερη έρευνα επαναλαμβάνονται άκριτα.
Δεύτερον, ένα άλλο σημαντικό έργο του, που κι αυτό εκδόθηκε στην Αθήνα στα 1885, με τίτλο: Έλληνες στρατιώται εν τη Δύσει κα αναγέννησις της ελληνικής τακτικής, αν και δημοσιευμένο σε συνέχειες στη μαχητική Εστία το 1885, και κάπως αγνοημένο για δεκαετίες από την ιστορική έρευνα, αποτελεί αξιοζήλευτη συμβολή στη μελέτη των στρατιωτικών σωμάτων, που στη Δύση ονομάζονταν stratioti. Εδώ ο χαλκέντερος ιστοριοδίφης αποπειράται να ερμηνεύσει πως η «μικρά αύτη γωνία του απέραντου Μακεδονικού, Ρωμαϊκού και Οσμανικού κράτους, η καλουμένη Ελλάς, κατόρθωσε να περισωθεί εκ του μεγάλου κατακλυσμού εν ω επνίγησαν τοσαύτα ιστορικά έθνη». Πρωταγωνιστές στην προκειμένη περίπτωση για τον Σάθα ήταν ο πλάνης πολεμιστής, ο «φουστανελάς της Ρούμελης και της Πελοποννήσου, αλλά και ο βρακάς νησιώτης», κατ’ εξοχήν όμως ο «λεγόμενος Μαρδαΐτης», απόγονος λαού απροσδιόριστης προέλευσης, εγκατεστημένης ίσως τον 7ο αιώνα στον Λίβανο. Το παραπάνω σχήμα, αν και παράτολμο και μη αποδείξιμο ιστορικά, είναι γοητευτικό και παραμυθένιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι το έργο αυτό επανεκδόθηκε το 1993, με εκτενή εισαγωγή και σχόλια του Καθηγητή Μεσαιωνικής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Κ. Καραπιδάκη.
Από τις σημαντικότερες, λοιπόν, πηγές για την Τουρκοκρατία είναι το έργο του Σάθα, ανεξαρτήτως κι αν εντάσσεται στο εθνικό «αιρετικό» χώρο, αφού και ήρθε σε ρήξη με τα συλλογικά οράματα και τους συλλογικούς πόθους για ενότητα του Ελληνισμού, στο τρίσημο σχήμα του, από την Αρχαιότητα στο Βυζάντιο, κι απ’ αυτό στον Νέο Ελληνισμό[13]. Ανεξαρτήτως κι αν η νεότερη ιστορική έρευνα του καταλογίζει θεωρητική εκζήτηση, ανεπαρκές κριτικό πνεύμα, έλλειψη μεθοδολογίας και σε πολλές περιπτώσεις αχαλίνωτη φαντασία.

ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ «ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ» ΜΕ ΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ

Η Μητέρα Θεσσαλονίκη, στα χρόνια της δεκαετίας του ’80, μπορεί να καυχάται για τα καλά και οργανωμένα βιβλιοπωλεία της. Στη γωνία Τσιμισκή και Αριστοτέλους, υπήρχε το θρυλικό βιβλιοπωλείο του Ραγιά. Σ’ ένα τεράστιο υπόγειο, ο κάθε βιβλιοφάγος είχε την ευκαιρία, επί ώρες, να περιηγείται στα ράφια και τους πάγκους και να αναζητά βιβλία κάθε είδους. Ο Ραγιάς, όμως, φημιζόταν ιδιαίτερα για τις φιλολογικές και ιστορικές συλλογές βιβλίων.
Εκεί στο γύρισμα της δεκαετίας του ’80 προς τη δεκαετία του ’90, πριν ακόμη ο Ραγιάς μετακομίσει στο νέο βιβλιοπωλείο του, που αργότερα βρίσκονταν στην οδό Αγίας Σοφίας, μεταπτυχιακός τότε σπουδαστής στον Ιστορικό Τομέα της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, σε μια από τις συχνές εφόδους μου στο βιβλιοπωλείο του κυρ Γιώργου, εντόπισα και αγόρασα τη Νεοελληνική Φιλολογία του Σάθα, στην τιμή των 1000 δραχμών. Το χαρτζιλίκι της μακαρίτισσας γιαγιάς και του μακαρίτη παππού μου, χρησιμοποιήθηκε στην αγορά ενός παλαιού βιβλίου. Αν και πρωτότυπη έκδοση, ήταν καλά συντηρημένη.
Το βιβλίο αυτό, μερικά χρόνια μετά, για τις ανάγκες μιας εργασίας ενός συμφοιτητή μου, στον τμήμα μεταπτυχιακών σπουδών, δανείστηκε από εμένα σε εκείνον. Έκτοτε αγνοείται η τύχη του. Όσες φορές κι αν του το ζήτησα, δεν το ξαναείδα. Ας είναι. Κακιά συνήθεια λένε πολλοί που αγαπούν τα βιβλία: «μην δανείζεις βιβλία σου. Όταν ένα βιβλίο φύγει από τη βιβλιοθήκη σου δεν το ξαναβλέπεις». Και δεν έχουν άδικο.

[1] Για τον Κωνσταντίνο Σάθα βλ. Πρακτικά Επιστημονικής Εσπερίδα «Κωνσταντίνος Ν. Σάθας: Ο ιστορικός, το έργο και η εποχή του», (Γαλαξίδι 23 Ιουνίου 2021). Επιμέλεια Κατερίνα Νικολάου. Δήμος Δελφών 2025, με αξιόλογες εισηγήσεις.
[2] Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ. Κ. Παπαρρηγόπουλος. Η εποχή του – η ζωή του – το έργο του. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Αθήνα 1986, σσ. 274-277, 398-403.
[3] Αυτόθι, σ. 275.
[4] Δ. ΠΑΣΧΑΛΗΣ, «Κωνσταντίνος Σάθας», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 21ος, Αθήνα 1933. ΦΑΝΗΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, «Κωνσταντίνος Σάθας (1842-1914)», Αθήνα 1949, [ανάτυπο από την Ελληνική Βιβλιογραφία]. Δύο ωραία άρθρα, το πρώτο γραμμένο από την ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ, «Από τη δραστηριότητα του Κωνσταντίνου Ν. Σάθα (1858-1861)», Ο Ερανιστής 8(1970) και το δεύτερο από την ΑΛΙΚΗ ΣΟΛΟΜΟΥ, «Σάθας Κωνσταντίνος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. 9ος, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1988, με ευσύνοπτο τρόπο καταγράφουν αρκετά από τη δράση του Σάθα. Πρβλ. ΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, «Τα πρώτα βιβλία του Κ. Σάθα και το αρχικό του επώνυμο», Στερεοελλαδίτικη Εστία, 17-18 (1962).
[5] Βρέθηκε το 1864 από τον ίδιο τον Σάθα και πιθανόν να γράφτηκε από κάποιον μοναχό Ευθύμιο το 1703.
[6] Βλ. Νεοελληνική Φιλολογία, σ. 569. Το απόφθεγμα είναι το εξής: «Τοιούτους δη τινας φιλοσοφίας καρπούς, αθλίως καίτοι από της αλώσεως εκβαρβαρωθείσα, εκ διαλειμμάτων ἡ Ἑλλὰς ὤφθη φέρουσα· ἐφ’ ὧν μηδεὶς ἡμῖν τῶν ἀλλογενῶν νεμεσήσειεν ἐπικαυχωμένοις. Οὐδὲ γὰρ ὥς τινες τῶν ἀρτιπλούτων ἀγροίκως τοῖς παροῦσιν ἡμεῖς ἐπιδεικτιῶμεν, ἀλλ’ ὡς ἐκ πλουτούντων ἤδη πενόμενοι, τοῖς περιλειφθεῖσιν ἐπαγαλλόμεθα, ἅμα μὲν τῆς πάλαι ἀφθονίας τὴν μνήμην φέροντες, ἅμα δὲ κἀπὶ τὴν πρώτην ἐπανελεύσεσθαι οὐκ ἀπελπίζοντες εὐετηρίαν, εἴποτε τοῖς καθ’ ἡμᾶς εὐμενῶς ἡ πρόνοια ἐπιβλέψειεν». ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΕΩΣ. Η Λογική εκ παλαιώντε και ναωτέρων συναιρανισθείσα. [Βιέννη 1766]· προλεγόμενα – επιμέλεια – ευρετήρια Κωνσταντίνος Θ. Πέτσιος, εκδ. Εργαστήριο Ερευνών Νεοελληνική Φιλοσοφία / Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – Τμήμα Φιλοσοφίας.
[7] Αυτόθι, σ. α΄.
[8] Αυτόθι, σ. γ΄.
[9] Νεοελληνικής Φιλολογίας Παράρτημα, σσ. 320-336.
[10] Προσθήκαι και διορθώσεις, σ. 2.
[11] Π. Δ. ΜΑΣΤΡΟΔΗΜΗΤΡΗΣ. Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία, εκδ, Δόμος, 61996, σσ. 227 κ. έ.
[12] Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ. Ελληνικός Ρωμαντισμός, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1985, σ. 425.
[13] ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ε. ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗΣ. Η τρίσημη ενότητα του Ελληνισμού. Αρχαιότητα – Βυζάντιο – Νέος Ελληνισμός, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις